Βα(γ)ένι το (vaggelo, vagone)= μέγα ξύλινον οἰνοβιτίον, κρασοβάρελο.
Βαένια, τα :τα βαγένια= τα μεγάλα ξύλινα βαρέλια προς αποθήκευση οίνου, (κρασοβάρελα). Λόγω του μεγέθους τους κατασκευάζονταν επί τόπου με κατάλληλα «Βαϊσμένα» ή «βαγισμένα» κομμάτια ξύλου, τις «δρούγιες», και περιμετρικά έφερναν τα «στεφάνια».
